Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2024

Ο καστανάς

Ήμουν στο Ναυτικό το 1952 και βρισκόμουνα στη Πλατεία Κλαυθμώνος, όχι όπως είναι σήμερα. Οι νεότεροι δεν γνωρίζουν πάρα πολλά από τα παλιά και απορούν οπόταν ακούν ορισμένα γεγονότα του τότε. Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με τη δύση του, γίνεται υποστολή της σημαίας. Τότε το Υπουργείο Ναυτικού ήταν εκεί και η σημαία κυμάτιζε ακόμα στο κτήριο. Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού. 
Τότε πάντα κάθε πρωί, θα θυμούνται οι παλιοί, γινόταν έπαρση σημαίας και σταματούσαν τα πάντα, όπως και στη δύση του ηλίου γινόταν υποστολή. Ήταν στιγμές ωραίες, απίθανες που ζούσαν τότε οι άνθρωποι. Το άγημα αποδόσεως τιμών στο χώρο του, και ακούμε το σαλπιγκτή να δίνει το σύνθημα για την υποστολή της σημαίας. Το άγημα παρουσιάζει όπλα. Ο αξιωματικός χαιρετά και παίζεται ο Θούριος (εθνικός ύμνος). Όλοι οι παριστάμενοι εκεί και οι περαστικοί, όπως και εγώ σταθήκαμε σε στάση προσοχής. Αποδίδεις με αυτό τον τρόπο την τιμή στο ιερό μας σύμβολο, στη γαλανόλευκη σημαία. Τη στιγμή που ο αρμόδιος αξιωματικός χαιρετά, η ματιά του πέφτει λοξά και βλέπει κάτι παράξενο, και η ψυχή του ταράζεται, μ' αυτό που θα σας πω παρακάτω. Τελειώνοντας η διαδικασία της υποστολής της σημαίας, οι διαβάτες συνεχίζουν τον δρόμο τους, ενώ εγώ από παρέμεινα από συνήθεια λίγο ακόμα. Τότε βλέπω τον νεαρό αξιωματικό να κατευθύνεται θυμωμένος πρός έναν γεροδεμένο πλανόδιο καστανά. Και του είπε : 
-Γιατί δεν σηκώθηκες όρθιος, για να τιμήσεις τη σημαία μας; Δεν έχεις φιλότιμο;
 Ο άνθρωπος έμεινε βουβός, ενώ εγώ παρακολούθησα έντρομος και φοβερά συγκλονισμένος το τι έγινε. Μετά βλέπω τον καστανά ότι έγινε κατακόκκινος και ότι άρχισε να τρέμει. Ήθελε να φωνάξει, αλλά τον είδα με έκπληξη να συγκρατείται, σκύβοντας το κεφάλι του και να αρχίσει να κλαίει με λυγμούς. Όμως συνήλθε γρήγορα, σκούπισε τα δάκρυά του και με τη δύναμη των χεριών του ( που ήταν γερά) στύλωσε το σώμα του δυνατά, έσπρωξε τον πάγκο με τα κάστανα μπροστά και φώναξε με όλη την ψυχη του στον νεαρό αξιωματικό δυνατά:
-Πώς να σηκωθώ κύριε; Της τα έδωσα της Πατρίδας μου και τα δύο.
 Και σηκώνοντας τα μπατζάκια του παντελονιού, φάνηκαν δύο πόδια, κομμένα πάνω από το γόνατα. Και ξανάρχισε να κλαίει. Ο κόσμος όπως και εγώ γύρω του έκλαιγε και χειροκροτούσε, όμως περισσότερο απο όλους έκλαιγε ο νεαρός αξιωματικός. Εκείνη τη στιγμή πάντως έγινε κάτι το αλησμόνητο, μια φοβερή σκηνή. Ο αξιωματικός σκύβει και αγκαλιάζει και φιλά τον καστανά, και στη συνέχεια στέκεται ευθυτενής μπροστά στον ήρωα, φέρνει το δεξί χέρι στην άκρη του γείσου του πηλίκιού του και τον χαιρετά στρατιωτικά. Του απονέμει <<τας κεκανονισμένας τιμάς>> που δεν μπόρεσε εκείνος τυπικά να αποδώσει στη σημαία μας, γιατί της χάρισε τα δύο πόδια του στα βορειοηπειρώτικα βουνά μας, για να μπορεί να κυματίζει σήμερα ψηλά η κυανόλευκη σημαία μας, σε λεύτερη πατρίδα. Και οι άλλοι, οι πολλοί να μπορούν  να πηγαίνουν με γρήγορο βήμα στην ειρηνική απασχόλησή τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι περνούν μπροστά από έναν ήρωα του αλβανικού μετώπου, τον Έλληνα ήρωα πολεμιστή, όποιο επάγγελμα και να 'χει. Άλλοι δεν μιλούν, άλλοι όμως ειρωνεύονται.Γι αυτό οι νέες  γενιές πρέπει να μάθουν, να διδαχθούν από την οικογένεια και από το Σχολείο για το Έπος του 1940.
Για το καλό της Πατρίδας μας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΟΥΛΙΑΣ
ΠΛΩΤΑΡΧΗΣ Π.Ν. εα   

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

O μικρός κουλουράς (Μια ιστορία από την Κατοχή)

 
  Είναι Οκτώβριος του 1941, η εποχή που αρχίζει να βασιλεύει η πείνα και η στέρηση. 
  Ο μικρός Αντώνης είναι δώδεκα χρόνων. Έχει τη μητέρα του που ξενοδουλεύει κι όλο κάτι φέρνει, κι έχει τα δύο μικρότερα αδέλφια του, που όλο και περιμένουν τι θα τούς φέρει. 
  Έτσι ο Αντώνης, ας είναι μικρός, έχει μπει στα βάσανα και στις ευθύνες. Είναι ο «προστάτης του σπιτιού», όπως τον λέει με καμάρι η χήρα μητέρα του. 
   Πότε ζεύεται το καρότσι του και το σέρνει κάνοντας μεταφορές από το σιδηροδρομικό σταθμό. 
   Πότε πάει στο βουνό με τη μητέρα τους και φέρνει το καροτσάκι τους βαρυφορτωμένο με ξύλα. 
  Πότε πάλι παίρνει δανεικά κουλούρια και τα πουλάει γυρίζοντας στους δρόμους με τον ταβλά του.  
  Ο φούρναρης της συνοικίας τον έχει δοκιμάσει και τον εμπιστεύεται. Μόλις ξεπουλήσει ο Αντώνης, επιστρέφει στο φούρνο και πληρώνει την τιμή των κουλουριών. Έτσι του μένει κάτι κι αυτού, ν’ αγοράσουν λίγο καλαμπόκι για το σπίτι. Όσο για αύριο, έχει πάλι ὁ Μεγαλοδύναμος. 
   Μια ημέρα ο Αντώνης είχε ατυχία στο εμπόριο του. Μερικά παιδιά, πεινασμένα, του άρπαξαν από τον ταβλά του δυό κουλούρια, κι έτσι την ημέρα εκείνη τ’ αδέρφια του δεν είχαν το λίγο αραποσιτένιο ψωμί τους. 
  Την άλλη μέρα θα δούλευε πιο πολύ, είπε, κι έτσι θα κέρδιζε τη διαφορά.
  –Να προσέχεις, παιδάκι μου, μη σου τα ξαναπάρουν τζάμπα, του είπε η μητέρα του το πρωί πού έφευγε. 
   Ύστερα από μια ώρα ο Αντώνης έχει γεμάτο κουλούρια τον ταβλά του και στέκει σ’ έναν κεντρικό δρόμο της Αθήνας. Σε λίγο βλέπει να περνάει μια φάλαγγα γερμανικά αυτοκίνητα γεμάτα αιχμαλώτους. Ήταν Νεοζηλανδοί, Αυστραλοί, Άγγλοι, Ινδοί.
   Ένα από τα αυτοκίνητα, ανοιχτό επάνω, σταμάτησε για λίγο εκεί κοντά. Ο κόσμος μαζεύθηκε και κοίταζε τους άτυχους αιχμαλώτους. Ζύγωσε κι ο Αντώνης και κοίταζε. Ήταν νέοι άνδρες, με ύφος αγαθό και με έκφραση βασανισμένη. Είχαν μάγουλα αδυνατισμένα, γένια μακριά από την αξυρισιά και μάτια θολωμένα από την πείνα.
  Όπως είχε πλησιάσει κοντά ο Αντώνης, παρατήρησε πως οι αιχμάλωτοι δεν ξεκολλούσαν τα μάτια τους από τα κουλούρια του.

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Ήρωες Ελλάδας



Ήρωες Ελλάδας
28η Οκτωβρίου
(γράφει η Τσουρά Στρατούλα,
μαθήτρια Γ΄ τάξης)
Οι Έλληνες Ήρωες,  του παρελθόντος περιμένουν,
τους Ήρωες του ’40 
Ο Λεωνίδας, ανδρωμένος με τους τριακόσιους
που βέλη κι μαύρο ουρανό δεν φοβήθηκε,
Μέγας Αλέξανδρος, που θάρρος και μυαλό είχε,
αυτός που έκοψε αντί να λύσει
Αθανάσιος Διάκος, ο Γραικός που αρνείται κάθετα και
ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο ξακουστός Γέρος του Μοριά

ΌΧΙ Ελληνικό, μεγάλο, ξεκάθαρο ηχεί, τον αέρα σκίζει
και τον τυφώνα εκνευρίζει.
Έλληνας Άνδρας όπλο πιάνει και κοινεί.
Για την πατρίδα να σκοτώσει, για την πατρίδα να αποθάνει.
Μάνα καρδιά κρατεί, αίμα να μην στάξει,
γυναίκα και αυτή βοηθεί τον κατακτητή να μην δει.
Άνδρες ενωμένοι, μια πνοή, μια γροθιά, μια ευχή
για μια Ελλάδα χιλιοπολιορκημένη  πολεμούν.

Οι Αθάνατοι, οι Ήρωες από τις Πύλες παρακολουθούν
-Καμάρωσε Ελλάδα κι εσύ τα παιδιά του ’40 ,
αφού εμάς τίμησες, τίμησε κι αυτούς!

-Μεταξά, που διάλεξες για την Ελλάδα θυσία
κι όχι να μας προσβάλεις με ατίμωση.
-Άνδρες που πολεμήσατε σκληρά, βάσανα πολλά που υποστήκατε,
εσείς που περήφανους μας κάνατε!
-Γυναίκες που σπαράξατε από την πίκρα των δακρύων,
κι έπειτα και εσείς δυνατές, άξιες, στους γιους, στους άντρες
κι στους συμπατριώτες δίπλα σταθήκατε!
-Εσείς που τους καθυστερήσατε, που αντιμετωπίσατε
με λύσσα, θάρρος, πατριωτισμό τις ίαινες!

Θυσία γίνατε, Έλληνες πατριδολάτρες,
ίσοι κι άξιοι, όμοιοι με τους προγόνους, τους Ήρωες, τους Αθάνατους.
Αθάνατοι Ήρωες του μακρινού παρελθόντος
από ψηλά κοιτούν κι λέγουν:
-Ναι! Αυτοί είναι Έλληνες,
έχουν σάρκα από την σάρκα μας,
αίμα από το αίμα μας. Για αυτούς εμείς αποθάναμε
κι εκείνη τώρα την ανδρεία τους μας δείχνουν,
Άξιζε να αποθάνουμε για Έλληνες Ήρωες!
Άξιζε που πεθάναμε για σε, γλυκιά πατρίδα,
και κοίτα τώρα κι απόγονοί μας, για σε σφάζονται σαν Ήρωες,
έλα, γλυκιά Ελλάδα, δώσε τους την Τιμή
σαν την έδωσες και σε εμάς!

Η Ελλάδα σαν τα παιδιά που έχει δίπλα της κοιτά
και σαν βλέπει το σώμα της να γεμίζει με αίμα των μικρών παιδιών της
την τιμή τους χαρίζει.
Ο Λεωνίδας και ο Μέγας Αλέξανδρος, Διάκος και Κολοκοτρώνης
 τραβούν τους στρατιώτες του ’40.
Διαβαίνουν του Θεού τις Πύλες, Πύλες των Αθάνατων
Ηρώων της πατρίδας!
Ματωμένα για την Πατρίδα από την παλαιά εποχή χέρια
αγγίζουν τα ματωμένα του ’40. 
Χέρια ματωμένα, χέρια χαρακωμένα από τους εχθρούς.
Ήρωες σμίγουν με Ήρωες,
Αθάνατοι στην ιστορία, βαθιά, παντοτινά χαραγμένοι.

Και μπροστά στην Ελληνική σημαία προσοχή στέκομαι
και τιμώ κι αγαπώ
στο άκουσμα του Εθνικού ύμνου, δάκρυ χύνω αντί για αίμα!
Τώρα είμαι εδώ και σας μιλώ,
για τους νέους όμως δεν θα πω, τι να πω άλλωστε;
Εγώ μιλώ για Ήρωες Αθάνατους, για τους προγόνους μας!
Σε αυτούς θα σκύψω και θα υποκλιθώ.
 Είμαι περήφανη για την ιστορία της Ελλάδας!
Είμαι περήφανη για την καταγωγή μου!
 Είμαι περήφανη που είμαι Ελληνίδα!
              
   

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2017

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Η γιορτή μας...














Σχολική εορτή για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ (26/10/2016)  
Γιορτή για τη σημαία
  • Εισαγωγή
  • Η κυρά της Ρω                                            (βίντεο)
  • Ανάγνωση πρακτικού              (Ορισμός σημαιοφόρου και
                                                               παραστατών, απονομή βραβείων και αριστείων)


Γιορτή για το Έπος του 1940

  • Το Έπος του 1940 μέσα από πίνακες ζωγραφικής και φωτογραφίες (προβολή παρουσίασης)

  • Ο Ναπολιτάνος                                         (τραγούδι)
  • Στην πρώτη γραμμή του πολέμου               (μονόπρακτο)
  • Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του                   (τραγούδι)
  • Στην πρώτη γραμμή του πολέμου                (συνέχεια)
  • Ο έφεδρος                                               (τραγούδι)
  • Οι Ηπειρώτισσες                                       (τραγούδι)
  • Ο μικρός στρατιώτης                                (βίντεο-τραγούδι)
  • Κλείσιμο 
  • ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ     

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Η κυρά της Ρω

Μια συγκινητική αφόρμηση για τη γιορτή της σημαίας αποτελεί το παρακάτω βίντεο, αφιερωμένο στην Δέσποινα Αχλαδιώτου, γνωστή ευρέως ως κυρά της Ρω.

Εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου









Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Έτσι νίκησαν!!!

Κατά την προετοιμασία μας για τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου του 1940 σκεφτήκαμε να δραματοποιήσουμε το παρακάτω αληθινό περιστατικό, το οποίο δαβάσαμε πέρυσι στην τάξη και ειλικρινά μας συγκίνησε. Απολαύστε το!!!
ΕΤΣΙ ΝΙΚΗΣΑΝ
Ένιωσε τη θαλπωρή του οκτωβριανού ήλιου να τον ζεσταίνει. Ώρα τώρα καθόταν στο παγκάκι του πάρκου και, χωρίς να βλέπει, άκουγε γύρω του τα παιδιά να χαλούν τον κόσμο με τα παιχνίδια τους. Κάποια απ’ αυτά πότε - πότε τραγουδούσαν και κανένα στίχο ενός τραγουδιού, που τους έμαθε ο δάσκαλός τους για την 28η Οκτωβρίου. Αναγάλλιαζε η ψυχή του γέρου σαν τ’ άκουγε και περίμενε πότε η παρέα των μικρών παιδιών θα το ξανάλεγε.
Η αίσθηση ότι κάποιος τον πλησίασε, τον έκανε να μαζευτεί στο παγκάκι του. Άκουσε κάτι σαν ρόδες να σταματούν δίπλα του και κάποιον να λέει : «Θα γυρίσω σε μια ώρα να σε πάρω πατέρα».
- Έχετε ώρα εδώ ; άκουσε τον άγνωστο δίπλα του να τον ρωτά.
- Ναι, είναι ωραίο να κάθεσαι στον ήλιο και ν’ ακούς τα παιδιά να παίζουν.
- Έχετε καιρό που δεν βλέπετε ;
Χαμογέλασε ο γερό - Ευθύμης.
- Καιρό ; Ο χρόνος λες και σταμάτησε σε κείνη τη μέρα κι ας έχουν περάσει από τότε εξήντα χρόνια.
Ξαφνικά το πρόσωπό του ζωήρεψε.
- Τ’ ακούτε, τ’ ακούτε ; είπε ο γερό - Ευθύμης.
Το τραγούδι των παιδιών έφτασε ολοζώντανο στα αυτιά τους.
- Τότε, σ’ αυτόν τον πόλεμο. Εκεί τ’ άφησα τα μάτια μου. Στα βορειοηπειρωτικά βουνά άφησα το φως μου. Τ’ ακούτε τα παιδιά που τραγουδούν ; Τραγουδούν για τα μάτια μου που έχασα και για το φως της Ελλάδας που δεν σβήνει ποτέ ! Αλήθεια σας λέω, κύριε, όταν ακούω αυτά τα παιδιά να τραγουδούν, νιώθω πως δεν μου λείπει το φως.
Η σιωπή του άγνωστου έκανε τον γερό-Ευθύμη να παραξενευτεί.
- Ίσως σας φαίνονται υπερβολικά αυτά που λέω, όμως …
- Όχι, όχι, καθόλου υπερβολικά, τον διέκοψε ο άγνωστος. Σας νιώθω, σας καταλαβαίνω. Αν είχατε τα μάτια σας, θα βλέπατε πως κάθομαι χωρίς πόδια σ’ ένα καροτσάκι. Μόλις σας πλησίασα, λαχτάρησε η καρδιά μου. Κι όταν μου είπατε πως εκεί πάνω χάσατε τα μάτια σας, μου θυμίσατε έναν φίλο, έναν αδελφό που τον γνώρισα για τρεις ώρες μόνον κι ύστερα τον έχασα. Δεν έπαψα ποτέ να τον θυμάμαι, όμως κάτι τέτοιες μέρες δεν μπορεί να φύγει από τη σκέψη μου.
Ο γερό-Ευθύμης έγειρε πάνω στο μπαστούνι του συλλογισμένος. Πόσα δεν θύμιζε και σ’ αυτόν αυτός ο ξένος !
- Δεν πρόλαβα να πολεμήσω πολύ, συνέχισε ο άγνωστος. Σε μια συμπλοκή στο Μοράβα ένιωσα την οβίδα να με κόβει στα δυο. Οι Έλληνες με τον ενθουσιασμό της νίκης έτρεχαν, έτρεχαν να καταλάβουν το ύψωμα. Κι’ εγώ έκλεισα τα μάτια από τον πόνο και την εξάντληση και περίμενα το θάνατο.
Ταράχθηκε ο γερό-Ευθύμης κι ένιωσε το μπαστούνι να τρέμει κάτω από τα χέρια του.
- Αρκετή ώρα έμεινα έτσι περιμένοντας το θάνατο, άκουσε πάλι τον ξένο να του λέει, ως τη στιγμή που ο Θεός θέλησε να σκοντάψει επάνω μου αυτός που θα μου έσωζε τη ζωή, ένας τυφλός που ψαχούλευε απεγνωσμένα να βρει δρόμο στα βουνά, που να οδηγεί σε κατοικημένη περιοχή.
Φούσκωσε το στήθος του γερό-Ευθύμη. Ήθελε να κλάψει, να φωνάξει. Μα όχι. Θα περίμενε ν’ ακούσει την ιστορία ως το τέλος. Μπορεί κάτι ν’ άλλαζε.
- Έσκυψε επάνω μου, θυμάμαι, με αγάπη, άκουσε τη ραγισμένη φωνή του συντρόφου του να λέει, με σήκωσε και με φορτώθηκε στην πλάτη του. «Θα γίνεις εσύ τα μάτια μου», μου είπε, «κι εγώ θα γίνω τα πόδια σου». Εγώ τον οδηγούσα κι εκείνος περπατούσε ασταμάτητα, γιατί φοβόταν πως θα πέθαινα από την αιμορραγία. Λίγο έξω απ’ το χωριό μας βρήκαν λιπόθυμους από την εξάντληση. Από τότε δεν τον ξανάδα τον φίλο μου.
- Στράτο ! Στράτο δεν σε λένε ; Σε ρώτησα και μου το είχες πει. Θυμάσαι ;
Ο γερό-Ευθύμης είχε σηκωθεί όρθιος και έψαχνε δακρυσμένος τ’ απλωμένα χέρια του φίλου του. Και εκείνος τον έσφιξε μ’ αγάπη στην αγκαλιά του.
Κάπου μακριά, στην άλλη άκρη του πάρκου, ξανακούστηκε το τραγούδι των παιδιών.
-Πάμε κοντά τους, πρότεινε ο Στράτος. Πάμε να τους πούμε την ιστορία μας.
Κι έπιασε με τα δυο του χέρια τις λαβές του καροτσιού ο γερό-Ευθύμης. Και έγινε άλλη μια φορά οδηγός του ο ανάπηρος φίλος του. Κι όσο πλησίαζαν προς τα παιδιά, τόσο η χαρά μεγάλωνε μέσα τους. Αφού υπήρχαν ακόμη παιδιά να την τραγουδούν, δεν έσβησε η Ελλάδα. Και σίγουρα εκείνα τα παιδιά, που τους κοιτούσαν τώρα απορημένα, ποτέ δεν θα μπορούσαν να φανταστούν, ως τη στιγμή που άκουσαν την ιστορία, πως ο γερό-Ευθύμης ήταν τυφλός, για να μπορούν αυτά ελεύθερα να παίζουν στον ήλιο, και πως ο γερό-Στράτος ήταν δίχως τα πόδια του, για να μπορούν αυτά να τρέχουν άφοβα ανάμεσα στις προτομές των ηρώων του πάρκου.
Μα το πιο σίγουρο είναι πως στο τέλος, αυτά τα παιδιά δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν μέσα απ’ τα παιδικά τους μάτια ποιοι φάνταζαν περισσότερο ήρωες, οι προτομές του πάρκου η τα δυο συμπαθητικά γεροντάκια που είχαν μπροστά τους και που μέσα στα ακρωτηριασμένα σώματά τους έκλειναν μια ψυχή ολόρθη και φωτεινή; Ολόρθη σαν την Ελλάδα και φωτεινή σαν τα ιδανικά της, την ανθρωπιά και την αδελφοσύνη.
(«Πατρίδα μου, Ελλάδα σ’ αγαπώ» Ελένης Βασιλείου)

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Υλικό για τη σχολική εορτή της 28ης Οκτωβρίου 1940

Υλικό για την εορτή της 28ης Οκωβρλιου 1940 μπορείτε να βρείτε εδώ αλλά και στο ιστολόγιό μας.



Το παρακάτω ηχητικό απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο Λογοτεχνίας Α΄ Γυμνασίου 

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Το Έπος του 1940 μέσα από πίνακες ζωγραφικής και φωτογραφίες

Το πρώτο μέρος της γιορτής μας, αφιερωμένο στη σημαία, αναφέρεται στη Δέσποινα Αχλαδιώτου, την κυρά της Ρω, που μέχρι τα βαθιά της γεράματα έκανε μόνη της έπαρση και υποστολή της ελληνικής σημαίας στη βραχονησίδα που ζούσε. Αμέσως μετά θα ορίσουμε το σημαιοφόρο του σχολείου μας, τους παραστάτες και θα δοθούν τα αριστεία και βραβεία επίδοσης.
Το δεύτερο μέρος της γιορτής αναφέρεται στο έπος του 1940 μέσα από πίνακες ζωγραφικής και φωτογραφίες εκείνης της περιόδου. Τα κείμενα που θα ακούσετε από τους μαθητές της Γ΄ τάξης του σχολείου μας είναι προϊόν δικής τους εργασίας και συνεργασίας, καθώς αναζήτησαν, σχολίασαν, αυτοσχεδίασαν και κοπίασαν, για να σας παρουσιάσουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν.
 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ (26/10/2012)
Γιορτή για τη σημαία
  • Εισαγωγή
  • Η κυρά της Ρω                                            (βίντεο)
  • Ανάγνωση πρακτικού              (Ορισμός σημαιοφόρου και
παραστατών, απονομή βραβείων και αριστείων)

Γιορτή για το Έπος του 1940
  • Το Έπος του 1940 μέσα από πίνακες ζωγραφικής και
             φωτογραφίες                 (προβολή διαφανειών, κείμενα)
  • Ο Ναπολιτάνος                                      (τραγούδι)
  • Στην πρώτη γραμμή του πολέμου               (μονόπρακτο)
  • Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του                   (τραγούδι)
  • Στην πρώτη γραμμή του πολέμου                 (συνέχεια)
  • Ο έφεδρος                                            (τραγούδι)
  • Οι Ηπειρώτισσες                                      (τραγούδι)
  • Ο μικρός στρατιώτης                               (βίντεο-τραγούδι)
  • Κλείσιμο 
  • ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ     
κείμενα παρουσίασης

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Το γάλα του Κωστάκη

Μεγλη ταν χαρ τν παιδιν κενη τν μέρα. Στ παιδικ συσστια γι πρτη φορ θ μοραζαν γλα, πο εχεν ξαφανισθ π τς θνας πολλος μνες. Λγο πειτα π τν εσοδο τν Γερμανν εχε κι ατ γνει εδος πολυτελεας. Μ τρα ετυχς φθασεν πρτη ποστολ το Διεθνος ρυθρο Σταυρο.

 Τ γλα βραζταν σ μεγλα καζνια στ σχολεα κα που λλο λειτουργοσαν παιδικ συσστια. Κα τ πεινασμνα λληνπουλα δν χρταιναν ν τ ρουφον μ τ μτια, πρν κμη γν διανομή. Τ φασλια, τ μπιζλια κα τ πληγούρι μλις τ εχαν συγκρατσεις τρα στ ζω. Κα τ εχαν πι βαρεθ. Τ γλα μως θ τος ξανφερνε τ ρδινο χρμα τς γεας.
Σ’ να συνοικιακ δημοτικ σχολεο το Πειραις ταν μαθητς κι Κωστκης, παιδ πτωχο παλλλου. οκογνει του εχεν ποφρει πολ, νμισυ χρνο π τς στερσεις. φο ναγκσθηκαν στν ρχν πουλσουν τ λγα κοσμματα τς μητρας, τ περισστερα πιπλα κα πολλ ροχ τους, τρα τελευταα στριζαν λες τς λπδες τους στ συσστια κα στς διανομς.  
πατρας παιρνε συσστιο π τν πηρεσα του κα τ δύο παιδιά, Λέλα κι Κωστκης, π τ σχολεῖά τους. μισθς το πατρα κενη τν ποχ δν ταν ρκετς ν τος θρψ οτε πντε μρες τ μνα. Κι καημένη μητρα πρεπε ν βλ λη τν τχνη της, γι ν χουν πντε πιτα φαγητ τ μεσημέρι κα πντε τ βρδυ.
  πτωχ οκογνεια εχε κι να φιλοξενομενο σ λο ατ τ διστημα. ταν νας Κπριος, στρατιτης στν γγλικ στρατ,κα τν λεγαν Μιχλη. Εχε πολεμήσει γενναα τος Γερμανος,πληγθηκε λαφρ στ δεξ χρι κα εχε πιασθ αχμλωτος. λλ κατρθωσε ν δραπετεσ κα τυχαα εχε κτυπσει τν πόρτα το πτωχο παλλήλου. Τν δέχθηκαν μ λη τν καρδι τους, τν κρυψαν π κθε ποπτο μτι κι μοιρσθηκαν μαζ του τ λγο φαγητ τους.Κι οτε θελαν ν’ κοσουν τς παρακλήσεις του ν τν φήσουν ν παραδοθ. Τν κνδυνο ν τουφεκισθον ο γονες, ν τν νεκλυπτανο χθροί, οκογνεια δν τν λογάριαζε.

- Τ γλα σας θ τ πνετε λοι δ κι ταν φεγετε, θ μο δεχνετε δειο τ τενεκκι σας, επεν διευθντρια στ παιδι τν ρα τς διανομς.

Τ παιδι εχαν μπ στ σειρ κι περνοσαν μπροστ π τ καζάνι, π τ ποο δο διδασκλισσες μ δο μεγλες κουτάλες χυναν τ γάλα στ τενεκκια τους. Κα τ καθνα καθταν σ’ να θρανο κατ ροφοσε γργορα κα μ μεγλη εχαρστησι. Κι ταν